Δε δέχεται άλλη καθυστέρηση η εξομολόγηση. Η κλεψύδρα της καταπίεσης σήμανε το τέλος. Οι λέξεις ποθούν τόσο να βγουν, όμως στέκουν δειλά στα χείλη. Φοβούνται. Φοβούνται να πουν την αλήθεια. Φοβούνται να πάψουν να υπάρχουν. Είναι σκληρές οι λέξεις, δε θέλουν να παραδεχτούν την ήττα τους. Πιάνονται με μανία απ’ τους δεσμούς της συνήθειας για να φτάσουν πάλι στο καταφύγιο της συνείδησης, όμως μάταια. Έφτασε για μας η ώρα της κρίσης.

Αυτή η δίκη είναι παράξενη. Υπάρχουν μόνο κατήγοροι. Ή μόνο κατηγορούμενοι, όπως το πάρει κανείς. Όλοι έχουν δίκιο, κι όλοι έχουν άδικο. Και δικαστής δεν υπάρχει για να κρίνει. Έφτασε η σειρά μου να απολογηθώ. Ανεβαίνω στη σκηνή και κλείνω τα μάτια. Η εξομολόγηση αρχίζει…

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009

Στη μνήμη ενός χαμένου έρωτα...


Αφιερωμένο…


Πάει καιρός από την τελευταία φορά που χάραξα το χαρτί. Δεν είχα άλλωστε τίποτε να μου οδηγήσει το χέρι. Μάταια αναζήτησα σε ανέμους την έμπνευση… Μάταια χτένισα την άμμο για θαμμένους θησαυρούς… Ο άνεμος ανακάτεψε τη σκόνη και έχασα τα σημάδια. Η νύχτα έπεσε κι εγώ βρέθηκα να προσμένω ένα αστέρι να πέσει, να προλάβω να κάνω μια ευχή, μήπως και βρω το χαμένο μου όνειρο… Και τότε, την πρόσεξα για πρώτη φορά… Αυτή τη λεπτή αστερόσκονη που κρύβεται στο νυχτερινό ουρανό και κάνει τα πάντα να λάμπουν· το φεγγάρι, την άμμο, τη θάλασσα…  Το πρόσωπό σου… Αλήθεια, τα μάτια σου φαίνονται διαφορετικά στο σκοτάδι. Πιο βαθιά, σα δυο μυστήριες θάλασσες. Σε κοιτάζω και ψάχνω τα κοράλλια του βυθού σου, τα βότσαλα και τα μαργαριτάρια…
Το βλέμμα σου φτάνει να ξεθάψει την ξεχασμένη πένα… Θα θελα ένα άγγιγμα, να ξυπνήσει τις αισθήσεις, μα δε σε φτάνω…Απλώνω το χέρι μα είσαι μακριά, χιλιόμετρα μακριά… Και όμως, η φωνή σου ακούγεται τόσο κοντά, σα να σαι δίπλα μου και να μου ψιθυρίζεις μυστικά στ’ αυτί, ζεσταίνοντας με την ανάσα σου το λαιμό μου… Σχεδόν νιώθω τη φωτιά των χειλιών σου… Όμως όταν στρέφω το κεφάλι έχεις χαθεί, έσβησε το φλας και έπεσε πάλι πηχτό σκοτάδι. Κάνω να σε φωνάξω, να σε γυρέψω, όμως η φωνή μου σπάζει στο τζάμι και κομματιάζεται στο πάτωμα. Κάνω να μαζέψω τους ψίθυρους, αλλά τρυπώνουν βιαστικά στις χαραμάδες και στοιχειώνουν το δωμάτιο. Τρυπούν τις φλέβες και στοιχειώνουν την καρδιά μου…
Το βλέμμα μου καρφωμένο στο λευκό χαρτί. Έξω ο ουρανός λέει τη δική του ιστορία. Ανοίγω την πόρτα. Κλείνω τα μάτια. Έλα, κλείσ’ τα και συ! Οι ψίθυροι της βροχής γίνονται πιο καθαροί στο σκοτάδι. Οι σταγόνες που σκάνε στο δρόμο, το βρεγμένο χώμα… Η ανάσα του καλοκαιριού. Κοιτάζω απ’ το μπαλκόνι τ’ αυτοκίνητα και τους περαστικούς. Σιγά σιγά χάνονται και αυτοί στα στενά και τις σκοτεινές γωνίες. Πόσο θα ‘θελα να χαθώ κι εγώ! Να μουλιάσω στο κύμα και να γυρίσω τις θάλασσες, να βουλιάξω στην άμμο… Να γίνω βραδινό αεράκι και να χαϊδέψω το λαιμό σου, τα χείλη σου. Ν’ αφήσεις τη γεύση σου στο στόμα μου, για να κουβαλώ πάντα κάτι από σένα… Να σου κλέψω ένα φιλί και μετά να γλιστρήσω σα σκιά σε μια χαραμάδα…
Γράφω τις πρώτες συλλαβές, ανακατεμένες, χωρίς νόημα… Σιγά σιγά γίνονται λέξεις. Δειλά σ’ αγαπώ, και πνιγμένα παράπονα… Κατάθεση ψυχής. Αλλά δεν έχει σημασία. Δε μ’ αρέσει. Σκίζω τις σελίδες και βγάζω τον αναπτήρα από το συρτάρι. Καθώς η φλόγα δυναμώνει, δυναμώνει και η φωτιά στο αίμα. Νιώθω το μέσα μου να κοχλάζει, να ξεχύνεται… Θυμός, απογοήτευση, έρωτας, όλα ανακατεμένα, ένα ακόμη ποτήρι με θολά οινοπνεύματα… Αλλά δεν έχει σημασία… Και τότε ξαφνικά η λύτρωση. Ένα δάκρυ στο μάγουλο προσπαθεί να ξεδιψάσει τη φωτιά. Μετά κι άλλα. Μόνο αυτά με καταλαβαίνουν… Τα δάκρυα, ξέρεις, είναι σαν τη βροχή. Ανακουφίζουν την ψυχή από τη φωτιά της κι ελευθερώνουν τη χαμένη έμπνευση, το δεσμώτη των παθών…Ίσως αυτά με βοηθήσουν.
Βάζω τον αναπτήρα πάλι στο συρτάρι. Η ομολογία μου χάθηκε, κύριε δικαστά. Κάηκε.  Έμεινε μόνο η απολογία μου. “Συγγνώμη…”. Ανακατώνω τις  στάχτες. Ψάχνω μια λέξη, ίσως δύο, που άξιζαν να γλιτώσουν το ολοκαύτωμα. Τις βρήκα. “Σ’ αγαπώ”. Ψάχνω κι άλλες, να συνθέσω για σένα καινούρια μελωδία. Έχω γεμίσει άπειρες σελίδες για ανεκπλήρωτους έρωτες, δυο τρεις ακόμα δε θα συμβεί κάτι. Ανοίγω τα τεφτέρια της ψυχής και τις μνήμης. Τα σκονισμένα άλμπουμ με τις παλιές φωτογραφίες… Βρήκα δυο ευχές, ξεχασμένες σε μια σκοτεινή γωνιά. Ποιος ξέρει πόσα αστέρια έσβησαν για χάρη τους… Αυτές θα γράψω. Η μία για σένα, η άλλη για μας.
Η βροχή σταμάτησε, μα μέθυσα ήδη απ’ τη μυρωδιά. Μια γλυκιά ζαλάδα. Και η ανάσα υγρή δροσίζει την ψυχή. Στο μυαλό μου η ζωή. Εικόνες από μια άλλη εποχή. Ίσως φταίει το φεγγάρι, ίσως τα μουσκεμένα κλαδιά και οι δροσοσταλίδες. Ίσως πάλι η φωνή σου στην άλλη άκρη της γραμμής. Μια διάφανη σιγή σκέπασε τη σκηνή…
Κάθισα πάλι και άρχισα να διαβάζω. Οι λέξεις που πριν λίγο έτρεχαν ποτάμι από την πένα τώρα μου φαίνονται άγνωστες, τολμηρές, ακόμη και πρόστυχες. Κι όμως, αυτό που αισθάνομαι φαίνεται τόσο αθώο…
Δε μ’ αρέσει. Καθόλου. Όμως δε θέλω άλλη φωτιά. Έκοψα το “Σ’ αγαπώ” σε εκατομμύρια κομματάκια και τα έριξα στα σκουπίδια. Δεν άξιζαν τίποτε περισσότερο… Μια τελευταία προσπάθεια και μετά τέλος. Δε θα μουσκέψω άλλη βραδιά, ακόμη κι αν είναι άδεια. 
Πιάνω πάλι την πένα. Ακούω τη φωνή σου στον αέρα, αλλά το άγγιγμα σου δεν έρχεται… Δεν έρχεται ποτέ… Και έτσι μένω με ακρωτηριασμένες αισθήσεις αλλά άγρια, διάχυτα συναισθήματα… Συναισθήματα που χαράζουν αλλά σκίζουν το χαρτί. Γιατί τόση λαχτάρα δε μπορεί να χωρέσει σε ένα στίχο… Ξεχειλίζει και μουντζουρώνει το μελάνι. Αν κοιτάξεις καλά θα διακρίνεις το πρόσωπό σου. Ίσως πάλι είναι ιδέα μου… Δεν ξέρω. Δε θέλω να ξέρω. Καλύτερη η πλάνη της άγνοιας παρά η απόρριψη. Είναι όμορφο να πλάθεις το δικό σου παραμύθι. Και δε θα μάθεις ούτε εσύ. Δε θα σου γράψω. Ό,τι νιώθω ήταν πάντα δικό μου, και δικό μου θα μείνει. Καλύτερα έτσι… Να προσέχεις. Καληνύχτα.




1 σχόλιο:

  1. "Κι αν δεν πεθαίνουμε πια ο ένας για τον άλλο..είμαστε κιόλας νεκροί" Λειβαδίτης.

    Και έρχομαι να σε συμβουλεύσω πως αν θες μόνο καλές αναμνήσεις θα πρέπει κάθε πράγμα να το ζεις μέχρι την ακμή του. Γιατί όταν αρχίζει η σήψη δε διακρίνει τα θετικά από τα αρνητικά, και είναι καλύτερη μια αγάπη που έμεινε μισή από ένα μίσος που σε αλλοιώνει ολόκληρο..

    ΑπάντησηΔιαγραφή