Δε δέχεται άλλη καθυστέρηση η εξομολόγηση. Η κλεψύδρα της καταπίεσης σήμανε το τέλος. Οι λέξεις ποθούν τόσο να βγουν, όμως στέκουν δειλά στα χείλη. Φοβούνται. Φοβούνται να πουν την αλήθεια. Φοβούνται να πάψουν να υπάρχουν. Είναι σκληρές οι λέξεις, δε θέλουν να παραδεχτούν την ήττα τους. Πιάνονται με μανία απ’ τους δεσμούς της συνήθειας για να φτάσουν πάλι στο καταφύγιο της συνείδησης, όμως μάταια. Έφτασε για μας η ώρα της κρίσης.

Αυτή η δίκη είναι παράξενη. Υπάρχουν μόνο κατήγοροι. Ή μόνο κατηγορούμενοι, όπως το πάρει κανείς. Όλοι έχουν δίκιο, κι όλοι έχουν άδικο. Και δικαστής δεν υπάρχει για να κρίνει. Έφτασε η σειρά μου να απολογηθώ. Ανεβαίνω στη σκηνή και κλείνω τα μάτια. Η εξομολόγηση αρχίζει…

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011

Ωδή στη μοναξιά


Άνοιξες πάλι την αγκαλιά σου να χωθώ να ξαποστάσω. Ξάπλωσα στα γόνατά σου και με σκέπασες με το διάφανο πανωφόρι σου. Κοιτάζω τριγύρω τους ανθρώπους που περνούν. Άλλοι σε συνήθισαν και σ’ αγαπούν. Άλλοι σε μισούν. Ίσως κατά βάθος σε φοβούνται. Όμως κανείς δεν μπορεί να σου ξεφύγει. Αργά ή γρήγορα όλοι πλάι σου θα πλαγιάσουν. Άνθρωποι σκληροί ή αιώνια ερωτευμένοι, δεν έχει σημασία. Καμία σημασία. Μη μου κλείνεις τα μάτια, άσε με να βλέπω. Μόνο μην αφήνεις να με βλέπουν. Δε θέλω κανείς να βλέπει. Δε θέλω κανείς να ξέρει. Μόνο εσύ. Μόνο μαζί σου μπορώ να πετάξω, δρασκελώντας τις πύρινες ακτίνες του μεσημεριανού ορίζοντα και τα υγρά βλέφαρα μιας ακόμη άδοξης νύχτας. Μόνο μαζί σου μπορώ να κάνω όνειρα. Γιατί ξέρω ότι εσύ δε θα με αφήσεις ποτέ. Όποτε σε ζητήσω, όποτε σε ψάξω, θα είσαι εκεί. Και αν κάποιος προσπαθήσει να σε πάρει από μένα, θα κουραστεί και θα φύγει. Όλοι κουράζονται. Και όλοι φεύγουν. Και αν κάποιος αντέχει περισσότερο, μην ξεγελιέσαι, στο τέλος σε σένα θα παραδοθεί.
Σε φοβήθηκα. Σε μίσησα. Σε συνήθισα. Και τώρα σ’ αγαπώ. Κάποτε με έκανες να κλαίω. Τώρα τα δάκρυα στέγνωσαν. Πότισαν όμως την καρδιά μου. Και φύτρωσαν πελώρια αγκάθια, που δεν αφήνουν κανέναν να την αγγίξει. Αν κάποιος κάνει να πλησιάσει, τον τρομάζουν, και αν συνεχίσει, τον πληγώνουν. Σοφό το σχέδιό σου. Έτσι με προστατεύεις καλύτερα. Σ’ ευχαριστώ. Όμως σου ξέφυγε μια σπιθαμή γης, και νιώθω πάλι την άμυνά μου να κλονίζεται. Μην τους αφήσεις να τη σπάσουν, σε παρακαλώ… Δε θέλω κανείς να σε πάρει από μένα! Μόνο εσύ μου έμεινες. Η αγάπη μούχλιασε, οι ελπίδες σάπισαν και το πάθος στέρεψε πριν προλάβω να ξεδιψάσω. Και τώρα ψάχνω σε ένα ανύπαρκτο παρελθόν και σε ένα ακόμη πιο ανύπαρκτο μέλλον να βρω μια σταγόνα “μαζί”, μια σταγόνα “εμείς”. Όμως δε βρίσκω πουθενά, γιατί τα εγωπαθή “εγώ” καθρεφτίζονται σε κάθε σταγόνα, σαν άλλοι Νάρκισσοι, μέχρι να τα καταπιεί η βροχή… Σε παρακαλώ στάσου πλάι μου… Χάρισέ μου το “εσύ” που μου έκλεψε το «εγώ» των άλλων. 

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009

Ζωγραφίζοντας τη χαρά...

Χαρά. Λύπη. Χαρά. Λύπη. Χαρά. Λύπη. Δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η μία σβήνει την άλλη, αλλά υπάρχει και χάρη σ’ αυτή. Υπάρχει ακριβώς για να τη σβήσει. Δυο αντίρροπες δυνάμεις που μάχονται αενάως και διαδέχονται η μία την άλλη στο μπρούντζινο θρόνο τους. Άλλοτε υπερισχύει η χαρά, και προσπαθεί να βάψει άσπρο το γκρίζο φόντο του κόσμου. Άλλοτε πάλι τη γκρεμίζει η λύπη, και το πινέλο βάφεται μαύρο. Όμως όσο άσπρο και να βάλεις, το γκρίζο θα μείνει γκρίζο, ενώ μια σταγόνα μαύρο αρκεί να σκοτεινιάσει και τον πιο λευκό ουρανό…
Και το χρώμα; Τι έγινε το χρώμα; Χάθηκε; Όχι, δε χάθηκε. Υπάρχει ακόμα. Απλά δεν το βλέπουμε. Δεν έχουμε μάθει να το βλέπουμε. Γιατί κάποιος μας έπεισε ότι δε χρειάζεται. Κι έτσι γίναμε όλοι πιόνια σε μια τεράστια σκακιέρα. Άλλα άσπρα, άλλα μαύρα, αλλά κανένα χρωματιστό. Παγιδευμένα σε ένα παράξενο παιχνίδι όπου δεν κερδίζει ποτέ κανείς. Καθένα απειλεί και απειλείται. Κάποια διστάζουν, κάποια τολμούν. Και κανένα δεν ξέρει ποτέ ποια θα είναι η επόμενη κίνηση…
Χ Α Ρ Α . Συλλαβίζω τη λέξη στο χαρτί. Πώς μπορεί κανείς να κάνει λάθος; Ενώ η λύπη, η λύπη δεν είναι τόσο απλή. Λ Η Π Η. Όχι. Λ Ι Π Η. Ούτε. Λ Ο Ι Π Η. Όχι, ούτε αυτό. Και τα λάθη συνεχίζονται. Συνεχίζονται μέχρι το Λ Υ Π Η. Αυτό είναι το σωστό. Τότε γιατί δε γεμίζει τον κόσμο η χαρά; Γιατί θέλουμε να κάνουμε τη ζωή μας δύσκολη;

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

Έτσι να ζεις, σαν παιδί...


Κάθε φορά που σου ζητάω να με πάρεις αγκαλιά και να μετρήσουμε μαζί τ’ αστέρια εσύ γελάς, με κοιτάς και μου λες ότι είμαι ακόμη παιδί… Και κάθε φορά απορημένη προσπαθώ να καταλάβω: γιατί είναι κακό αυτό;
Ένα παιδί δε γνωρίζει την κακία του κόσμου, ζει προστατευμένο κάτω από το διάφανο πέπλο της αθωότητας και βάφει το σύμπαν του με πολύχρωμες κιμωλίες. Ένα παιδί δεν ξέρει τι θα πει «πλήξη» ή «μονοτονία». Κάθε στιγμή του ένα ακόμη βήμα στην άγνωστη περιπέτεια της ζωής, κάθε εικόνα μια καινούρια, απίθανη ανακάλυψη. Κάθε του μέρα ένας ακόμη ενθουσιασμός… Ένα παιδί δε βλέπει με τη λογική, αλλά με την ψυχή του. Δε βλέπει επιστημονικά φαινόμενα, αλλά γοητευτικά μαγικά, θαύματα. Μπορεί ακόμη να πιστεύει σε θαύματα… Ένα παιδί φοβάται το σκοτάδι, αλλά δε φοβάται την αλήθεια. Και με αφοπλιστική ειλικρίνεια ζητά να γνωρίσει τον κόσμο του… Ένα παιδί φοβάται τους κακούς, αλλά δε φοβάται τους ανθρώπους. Κρύβεται για να παίξει, δεν παίζει όμως για να κρυφτεί. Ένα παιδί φοβάται να πονέσει, δε φοβάται όμως να νιώσει, ούτε να πει ό, τι νιώθει. Και χαρίζει απλόχερα την αγάπη του ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια. Για ένα παιδί ο κόσμος είναι απέραντος. Αλλά ταυτόχρονα ο κόσμος είναι κάτι τόσο μικρό όσο η θέα από ένα τετράγωνο παράθυρο, μια αυλή, μια παιδική χαρά. Για ένα παιδί κάθε παραμύθι είναι ένα ταξίδι, με οδηγό τη φαντασία και συνεπιβάτη το όνειρο... Δεν αφήνει το όνειρο για να βρει μια εξήγηση. Δεν ξέρει από εξηγήσεις. Για ένα παιδί όλα είναι απλά. Δεν υπάρχει πώς. Ούτε γιατί. Ένα παιδί μπορεί ακόμα να χαμογελά. Ένα παιδί ξέρει ακόμα να χαμογελά. Ένα παιδί ξέρει ακόμα να ζει…
Γι’ αυτό άσε με να μείνω παιδί... Και όταν σου ζητάω να μετρήσουμε τ’ αστέρια, μέτρα μαζί μου, για να μην αφήσουμε κανένα μονάχο του… Και αν κάποιο αστέρι τρέξει να μας ξεφύγει, μην προσπαθήσεις να το προλάβεις, άφησέ το, μάλλον θα είναι ακόμη παιδί…

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009

Στη μνήμη ενός χαμένου έρωτα...


Αφιερωμένο…


Πάει καιρός από την τελευταία φορά που χάραξα το χαρτί. Δεν είχα άλλωστε τίποτε να μου οδηγήσει το χέρι. Μάταια αναζήτησα σε ανέμους την έμπνευση… Μάταια χτένισα την άμμο για θαμμένους θησαυρούς… Ο άνεμος ανακάτεψε τη σκόνη και έχασα τα σημάδια. Η νύχτα έπεσε κι εγώ βρέθηκα να προσμένω ένα αστέρι να πέσει, να προλάβω να κάνω μια ευχή, μήπως και βρω το χαμένο μου όνειρο… Και τότε, την πρόσεξα για πρώτη φορά… Αυτή τη λεπτή αστερόσκονη που κρύβεται στο νυχτερινό ουρανό και κάνει τα πάντα να λάμπουν· το φεγγάρι, την άμμο, τη θάλασσα…  Το πρόσωπό σου… Αλήθεια, τα μάτια σου φαίνονται διαφορετικά στο σκοτάδι. Πιο βαθιά, σα δυο μυστήριες θάλασσες. Σε κοιτάζω και ψάχνω τα κοράλλια του βυθού σου, τα βότσαλα και τα μαργαριτάρια…
Το βλέμμα σου φτάνει να ξεθάψει την ξεχασμένη πένα… Θα θελα ένα άγγιγμα, να ξυπνήσει τις αισθήσεις, μα δε σε φτάνω…Απλώνω το χέρι μα είσαι μακριά, χιλιόμετρα μακριά… Και όμως, η φωνή σου ακούγεται τόσο κοντά, σα να σαι δίπλα μου και να μου ψιθυρίζεις μυστικά στ’ αυτί, ζεσταίνοντας με την ανάσα σου το λαιμό μου… Σχεδόν νιώθω τη φωτιά των χειλιών σου… Όμως όταν στρέφω το κεφάλι έχεις χαθεί, έσβησε το φλας και έπεσε πάλι πηχτό σκοτάδι. Κάνω να σε φωνάξω, να σε γυρέψω, όμως η φωνή μου σπάζει στο τζάμι και κομματιάζεται στο πάτωμα. Κάνω να μαζέψω τους ψίθυρους, αλλά τρυπώνουν βιαστικά στις χαραμάδες και στοιχειώνουν το δωμάτιο. Τρυπούν τις φλέβες και στοιχειώνουν την καρδιά μου…
Το βλέμμα μου καρφωμένο στο λευκό χαρτί. Έξω ο ουρανός λέει τη δική του ιστορία. Ανοίγω την πόρτα. Κλείνω τα μάτια. Έλα, κλείσ’ τα και συ! Οι ψίθυροι της βροχής γίνονται πιο καθαροί στο σκοτάδι. Οι σταγόνες που σκάνε στο δρόμο, το βρεγμένο χώμα… Η ανάσα του καλοκαιριού. Κοιτάζω απ’ το μπαλκόνι τ’ αυτοκίνητα και τους περαστικούς. Σιγά σιγά χάνονται και αυτοί στα στενά και τις σκοτεινές γωνίες. Πόσο θα ‘θελα να χαθώ κι εγώ! Να μουλιάσω στο κύμα και να γυρίσω τις θάλασσες, να βουλιάξω στην άμμο… Να γίνω βραδινό αεράκι και να χαϊδέψω το λαιμό σου, τα χείλη σου. Ν’ αφήσεις τη γεύση σου στο στόμα μου, για να κουβαλώ πάντα κάτι από σένα… Να σου κλέψω ένα φιλί και μετά να γλιστρήσω σα σκιά σε μια χαραμάδα…
Γράφω τις πρώτες συλλαβές, ανακατεμένες, χωρίς νόημα… Σιγά σιγά γίνονται λέξεις. Δειλά σ’ αγαπώ, και πνιγμένα παράπονα… Κατάθεση ψυχής. Αλλά δεν έχει σημασία. Δε μ’ αρέσει. Σκίζω τις σελίδες και βγάζω τον αναπτήρα από το συρτάρι. Καθώς η φλόγα δυναμώνει, δυναμώνει και η φωτιά στο αίμα. Νιώθω το μέσα μου να κοχλάζει, να ξεχύνεται… Θυμός, απογοήτευση, έρωτας, όλα ανακατεμένα, ένα ακόμη ποτήρι με θολά οινοπνεύματα… Αλλά δεν έχει σημασία… Και τότε ξαφνικά η λύτρωση. Ένα δάκρυ στο μάγουλο προσπαθεί να ξεδιψάσει τη φωτιά. Μετά κι άλλα. Μόνο αυτά με καταλαβαίνουν… Τα δάκρυα, ξέρεις, είναι σαν τη βροχή. Ανακουφίζουν την ψυχή από τη φωτιά της κι ελευθερώνουν τη χαμένη έμπνευση, το δεσμώτη των παθών…Ίσως αυτά με βοηθήσουν.
Βάζω τον αναπτήρα πάλι στο συρτάρι. Η ομολογία μου χάθηκε, κύριε δικαστά. Κάηκε.  Έμεινε μόνο η απολογία μου. “Συγγνώμη…”. Ανακατώνω τις  στάχτες. Ψάχνω μια λέξη, ίσως δύο, που άξιζαν να γλιτώσουν το ολοκαύτωμα. Τις βρήκα. “Σ’ αγαπώ”. Ψάχνω κι άλλες, να συνθέσω για σένα καινούρια μελωδία. Έχω γεμίσει άπειρες σελίδες για ανεκπλήρωτους έρωτες, δυο τρεις ακόμα δε θα συμβεί κάτι. Ανοίγω τα τεφτέρια της ψυχής και τις μνήμης. Τα σκονισμένα άλμπουμ με τις παλιές φωτογραφίες… Βρήκα δυο ευχές, ξεχασμένες σε μια σκοτεινή γωνιά. Ποιος ξέρει πόσα αστέρια έσβησαν για χάρη τους… Αυτές θα γράψω. Η μία για σένα, η άλλη για μας.
Η βροχή σταμάτησε, μα μέθυσα ήδη απ’ τη μυρωδιά. Μια γλυκιά ζαλάδα. Και η ανάσα υγρή δροσίζει την ψυχή. Στο μυαλό μου η ζωή. Εικόνες από μια άλλη εποχή. Ίσως φταίει το φεγγάρι, ίσως τα μουσκεμένα κλαδιά και οι δροσοσταλίδες. Ίσως πάλι η φωνή σου στην άλλη άκρη της γραμμής. Μια διάφανη σιγή σκέπασε τη σκηνή…
Κάθισα πάλι και άρχισα να διαβάζω. Οι λέξεις που πριν λίγο έτρεχαν ποτάμι από την πένα τώρα μου φαίνονται άγνωστες, τολμηρές, ακόμη και πρόστυχες. Κι όμως, αυτό που αισθάνομαι φαίνεται τόσο αθώο…
Δε μ’ αρέσει. Καθόλου. Όμως δε θέλω άλλη φωτιά. Έκοψα το “Σ’ αγαπώ” σε εκατομμύρια κομματάκια και τα έριξα στα σκουπίδια. Δεν άξιζαν τίποτε περισσότερο… Μια τελευταία προσπάθεια και μετά τέλος. Δε θα μουσκέψω άλλη βραδιά, ακόμη κι αν είναι άδεια. 
Πιάνω πάλι την πένα. Ακούω τη φωνή σου στον αέρα, αλλά το άγγιγμα σου δεν έρχεται… Δεν έρχεται ποτέ… Και έτσι μένω με ακρωτηριασμένες αισθήσεις αλλά άγρια, διάχυτα συναισθήματα… Συναισθήματα που χαράζουν αλλά σκίζουν το χαρτί. Γιατί τόση λαχτάρα δε μπορεί να χωρέσει σε ένα στίχο… Ξεχειλίζει και μουντζουρώνει το μελάνι. Αν κοιτάξεις καλά θα διακρίνεις το πρόσωπό σου. Ίσως πάλι είναι ιδέα μου… Δεν ξέρω. Δε θέλω να ξέρω. Καλύτερη η πλάνη της άγνοιας παρά η απόρριψη. Είναι όμορφο να πλάθεις το δικό σου παραμύθι. Και δε θα μάθεις ούτε εσύ. Δε θα σου γράψω. Ό,τι νιώθω ήταν πάντα δικό μου, και δικό μου θα μείνει. Καλύτερα έτσι… Να προσέχεις. Καληνύχτα.